Θυρεοειδική Οφθαλμοπάθεια (Νόσος Graves’) Τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

5

Τη νόσο Graves’, ένα αυτοάνοσο νόσημα, του οποίου η συνήθης εκδήλωση
είναι η εμφάνιση υπερθυρεοειδισμού, την περιέγραψε πρώτος ο R. Graves το 1835,
παρουσιάζοντας έναν ασθενή που είχε βρογχοκήλη (διόγκωση θυρεοειδούς),
αίσθημα προκάρδιων παλμών και εξόφθαλμο.
Η νόσος αποτελεί μια αυτοάνοση διαταραχή που έχει σαν αποτέλεσμα την
υπερβολική παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. Αν και είναι αρκετές οι διαταραχές
που μπορεί να οδηγήσουν στον  υπερθυρεοειδισμό , η Graves’ είναι μια από τις πιο
κοινές.
Καθώς οι θυρεοειδικές ορμόνες επηρεάζουν πολλαπλά συστήματα και
όργανα του σώματος, οι ενδείξεις και τα συμπτώματα που εκδηλώνονται εξαιτίας
της νόσου εκτείνονται σε ένα πολύ ευρύ φάσμα και επιδρούν στη
γενικότερη ποιότητα ζωής του πάσχοντος.
Συνήθεις ενδείξεις και κοινά συμπτώματα της νόσου είναι:
–  άγχος  και νευρικότητα
– ελαφρύ τρέμουλο στις παλάμες ή τα δάχτυλα
– ευαισθησία στη ζέστη και αυξημένη εφίδρωση ή ζεστό/υγρό δέρμα
– απώλεια βάρους (παρά την επαρκή ή και υπερβολική πρόσληψη θερμίδων)
– διόγκωση του θυρεοειδούς ( βρογχοκήλη )
– αλλαγές στον κύκλο της περιόδου
– γουρλωμένα μάτια (οφθαλμοπάθεια Graves’ – εξόφθαλμος)
– κόπωση
– σκληρό, οιδηματώδες και εξέρυθρο δέρμα, συνήθως στην κνήμη ή χαμηλά
στα πόδια (δερματοπάθεια Graves’)
– γρήγορος ή ακανόνιστος καρδιακός παλμός
Η οφθαλμική προσβολή είναι πολύ συχνή στη νόσο Graves’ και την
ονομάζουμε θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια. Εκδηλώνεται με φλεγμονή και οίδημα
των εξωφθάλμιων μυών, ενώ προοδευτικά εμφανίζεται αύξηση του όγκου του
οπισθοβολβικού λίπους και του συνδετικού ιστού του κόγχου. Σε πιο προχωρημένα
στάδια της νόσου παρατηρούνται μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις του οφθαλμικού
κόγχου.
Η πορεία της νόσου χαρακτηρίζεται από μια αρχική φάση προοδευτικής
επιδείνωσης, η οποία ακολουθείται από τη δεύτερη φάση της σταθερής σε
βαρύτητα φλεγμονής και, τέλος, από τη φάση της όπου τα υπολειπόμενα στοιχεία
της νόσου (π.χ. πρόπτωση, στραβισμός) είναι σχετικά απίθανο να παρουσιάσουν
επιδείνωση, αλλά, ταυτόχρονα, και βελτίωση.
Η απόφαση για το πώς θα αντιμετωπισθεί η οφθαλμοπάθεια της νόσου
Graves’ εξαρτάται από δύο παραμέτρους: τη σοβαρότητα και την ενεργότητα της
νόσου.  Η θεραπεία αποσκοπεί στη μείωση του ενδοκογχικού όγκου ή στην αύξηση
του διαθέσιμου χώρου στον κόγχο.

Όσο η νόσος είναι ενεργή, ενδείκνυνται μέτρα που θα μειώσουν την ένταση
της φλεγμονής (φάρμακα ή ακτινοβολία). Το πιο σημαντικό για την αντιμετώπισή
της ειναι να επιτευχθεί η άμεση και αποτελεσματική αντιρρόπηση των
προβλημάτων που εμφανίζονται, με τη γρήγορη αντίδραση στα συμπτώματα και τις
εκδηλώσεις που προκαλεί.
Η αντίδραση του θεράποντος ιατρού πρέπει να είναι άμεση και να στοχεύει
στη λύση των προβλημάτων που εμφανίζονται συνεπεία της φλεγμονής του κόγχου,
χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα φάρμακα ή άλλες θεραπευτικές μεθόδους
(ακτινοβολία ή και χειρουργική αντιμετώπιση), χωρίς, όμως, να υπερθεραπεύεται ο
πάσχων. Η θεραπεία, λοιπόν, είναι εξατομικευμένη και σταθμίζεται για κάθε
ασθενή ανάλογα με τα προβλήματά του και τον τρόπο που αντιδρά στη θεραπεία.
Σε περιπτώσεις που οι βλάβες είναι εγκατεστημένες και η πιθανότητα
υποτροπής της νόσου περιορισμένη, ενδείκνυται η χειρουργική επέμβαση με
αποσυμπίεση του κόγχου, ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί ο εξόφθαλμος, ή με
διαχείριση του στραβισμού και των άλλων κοσμητικών ζητημάτων που προκύπτουν
συνεπεία της νόσου (αντιμετώπιση προβλημάτων στη θέση των βλεφάρων,
χειρουργική αφαίρεση του λίπους που προπίπτει κτλ).

ΠΧΟΣ (ΥΙ) Ιωάννης Ζαχαρόπουλος ΠΝ

Χειρουργός Οφθαλμίατρος

Εξειδικευμένος στην Κοσμητική Οφθαλμολογία & τις Παθήσεις του Κόγχου και της Δακρυικής Συσκευής

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ