Συνέντευξη του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στην ΕΡΤNews και την εκπομπή «Συνδέσεις» και τους δημοσιογράφους Κ. Παπαχλιμίντζο και Κ. Δούκα
Για τον ανασχηματισμό
Για αυτό -και με την εμπειρία που έχετε δεν χρειάζεται να σας το πω εγώ αυτό- ειδικά σε θέματα ανασχηματισμών το μόνο που έχει αξία είναι να περιμένουμε τις τελικές αποφάσεις του Πρωθυπουργού. Γιατί αν βασιζόμασταν στα δημοσιεύματα όλοι θα είχαν γίνει άλλοι επτά ανασχηματισμοί και ο καθένας από εμάς θα είχε πάει σε 10-20 Υπουργεία…
Εκείνη την ώρα ναι. Αλλά όλες τις προηγούμενες ημέρες κι εγώ διάβαζα τα δημοσιεύματα. Ξέρετε, είναι μια δύσκολη άσκηση η σύνθεση της Κυβέρνησης, γιατί ο Πρωθυπουργός σταθμίζει όλα τα δεδομένα και κυρίως την αποτελεσματικότητα. Είσαι υποχρεωμένος, εγώ είμαι ευγνώμων, αν δεν ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν θα είχα πάρει αυτές τις ευκαιρίες, όπως και πολλοί άλλοι νέοι στην πολιτική, γιατί ήταν ο πρώτος που πέρασε από τα ωραία λόγια, που θέλουν όλοι δίπλα τους τη νεολαία, αλλά την κατέτασσαν κυρίως σε επίπεδο χειροκροτητών, στα έργα, στις ευκαιρίες δηλαδή, από εκεί και πέρα, υποχρεωμένος είσαι, όποια ευκαιρία σου δίνεται να ανταποκριθείς. Είμαι πάρα πολύ ευγνώμων λοιπόν για όλα αυτά και έχω και μεγάλη ευθύνη κι εγώ και όλοι οι υπόλοιποι, απέναντι στους πολίτες, όχι μόνο στον Πρωθυπουργό, πρωτίστως στους πολίτες, στην κοινωνία να είμαστε αντάξιοι της εμπιστοσύνης του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά κυρίως αποτελεσματικοί. Τον πολίτη ούτως ή άλλως η εναλλαγή δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, η αποτελεσματικότητα τον ενδιαφέρει.
Για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών
Νομίζω ότι είναι εντελώς λάθος και δεν έχει και καμία βάση να συνδέεται ο χρόνος των εκλογών με την παραμονή ή την αποχώρηση ενός ανθρώπου όπως εγώ, που, εν πάση περιπτώσει είναι μεγάλη ευθύνη, να εκπροσωπεί τον Πρωθυπουργό και την Κυβέρνηση. Οι εκλογές θα γίνουν το 2027 για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι γιατί θεωρώ ότι αυτό είναι το συνεπές απέναντι στους πολίτες. Να ξέρουν δηλαδή κάθε πότε αξιολογείται μια Κυβέρνηση, στο τέλος ενός κύκλου και να μπει κάτι τέτοιο, όπως έγινε και το 2023, ως ένας νέος άτυπος κανόνας θεσμικότητας, εκτός πολύ έκτακτων καταστάσεων που μπορεί να έχουν συμβεί στο παρελθόν, αν και νομίζω ότι οι περισσότερες πρόωρες εκλογές δεν ήταν λόγω έκτακτων καταστάσεων. Και ο δεύτερος λόγος είναι βαθύτατα πολιτικός και είναι μια προσωπική στρατηγική επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παράδειγμα. Μιλάμε για τον κατώτατο μισθό. Έχουμε μια υπόσχεση για 950 ευρώ ίσως και παραπάνω, 1.500 ευρώ μέσο μισθό. Είμαστε στα 930 ευρώ θα πάμε τα 950, ίσως και παραπάνω. Θέλουμε να έχουμε παραδώσει κάποια συγκεκριμένα μεγάλα έργα, όπως το Μετρό προς την Καλαμαριά, και ευρύτερα κάποια άλλα έργα. Για όλα αυτά, κάθε μήνας παραπάνω είναι σημαντικός. Και δεν θα βάλουμε στο ζύγι την ανάγκη μας να πείσουμε την κοινωνία ότι τελικά αυτά τα οποία τους λέγαμε το 2023, τα εννοούσαμε, γιατί αυτή είναι μια σχέση εμπιστοσύνης που πολύ δύσκολα χτίζεται και πολύ εύκολα γκρεμίζεται, με οποιονδήποτε άλλο πειρασμό. Οπότε νομίζω πως, ό,τι και να γράφετε, με όποια αιτία και να συνδέεται ο χρόνος των εκλογών, η απάντηση θα δοθεί στην πράξη και θα είναι το 2027.
Για το αν ο ανασχηματισμός είχε στόχο να ενισχυθεί το «δεξιό προφίλ» της ΝΔ
Η καλύτερη απάντηση σε αυτούς οι οποίοι προσπαθούν να διεκδικήσουν χώρο- και δεν αναφέρομαι απαραίτητα στον κ. Σαμαρά- είναι οι πολιτικές. Ο κ. Μαρκόπουλος είναι ένας άνθρωπος ο οποίος, στα πολύ δύσκολα, όπως και ο κ. Σιμόπουλος, δεν κρύφτηκε ποτέ. Βγήκαν μπροστά, μαζί με κάποιους Υπουργούς και κάποιους βουλευτές, και δεν φοβήθηκαν ακόμη και σε περιόδους έντονης πόλωσης, όταν υπήρχε ένας ολόκληρος μηχανισμός λάσπης, παράδειγμα η περίοδος των ξυλολίων πάνω στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Και επίσης έχουν δείξει κάποιες ικανότητες, ο καθένας στον τομέα του. Αυτά είναι τα μοναδικά κριτήρια του Πρωθυπουργού. Και υπάρχουν και πολλοί άλλοι άξιοι βουλευτές και νέοι βουλευτές που σίγουρα αξίζουν την αξιοποίηση.
Τώρα, ως προς τη «δεξιά πολιτική και την απάντηση με πρόσωπα», σας είπα ότι η απάντηση δίνεται με πολιτικές. Εγώ δεν ξέρω αν λέγεται «δεξιά ατζέντα». Εγώ ξέρω πώς λέγεται μια συνεπής ατζέντα απέναντι στο σύνολο των πολιτών και βέβαια των ανθρώπων που κατατάσσονται σε αυτή την κατηγορία. Ποια είναι; Να δυναμώνεις τα σύνορά σου, όπως η αντίδραση που είχαμε στον Έβρο. Να εξοπλίζεσαι με Rafale, Belharra, F-16, F-35. Να εκκενώνεις ακαριαία τις καταλήψεις στα πανεπιστήμια και τώρα πρέπει να τρέξουν και όλα τα υπόλοιπα πολύ γρήγορα. Αυτή είναι η ατζέντα της Κυβέρνησης Μητσοτάκη. Δηλαδή ΑΟΖ με Ιταλία, ΑΟΖ με Αίγυπτο, 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός. Μπορεί αυτά να μην τα έχουμε ντύσει με ψευτοπατριωτικές «κορώνες». Μπορεί ο Πρωθυπουργός να μην έχει επιλέξει να εμφανίζεται στο βήμα ή σε ένα μπαλκόνι ως ένας… άλλος Κολοκοτρώνης -και αυτό αποτελεί και προσβολή στα ιστορικά μας σύμβολα και πρόσωπα. Αλλά έχει επιλέξει με τις πολιτικές του να δώσει απαντήσεις. Νομίζω ότι όταν έρχεται η ώρα της κάλπης, για τη χώρα, για τους πολίτες, είναι πολύ πιο επωφελές αυτό παρά τα μεγάλα λόγια.
Για την κριτική για τα εθνικά ζητήματα
Κύριε Παπαχλιμίντζο, όσα έχουν γίνει αυτά τα επτά περίπου χρόνια- σε δύο εβδομάδες, σε περίπου ένα μήνα, συμπληρώνονται από τον Ιούλιο του 2019 τα επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, δεν έγιναν αθροιστικά όλα τα προηγούμενα 45 σε επίπεδο άμυνας και εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα. Δεν υποτιμώ ούτε τις προθέσεις, ούτε τους στόχους, ούτε τον πατριωτισμό, πολλώ δε μάλλον όλων των πρωθυπουργών και όλων των κυβερνήσεων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας αλλά όσα έγιναν επί Μητσοτάκη σε επίπεδο άμυνας και εξωτερικής πολιτικής δεν είχαν γίνει αθροιστικά από όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις και ο λόγος που θεωρώ ότι αυτό είναι μια πολύ μεγάλη επιτυχία και εθνική παρακαταθήκη είναι ότι έγιναν στα πιο δύσκολα χρόνια, με τους περισσότερους πολέμους και τις πιο έντονες κρίσεις και εισαγόμενες κρίσεις και ξέρετε, όλη αυτή η επιμέρους κριτική απαντάται με πολύ λογικά επιχειρήματα. Μου είπατε, για να μην τα πω όλα, για να μην απαντήσω σε όλα για την επικείμενη νομοθέτηση. Κατ’ αρχάς, απαντήσαμε ακαριαία, αν και όταν κληθήκαμε να απαντήσουμε ήμασταν σε επίπεδο φημών. Υπήρχαν και αντίθετες φωνές. Το να βιάζεται κάποιος μόνο και μόνο για να «χαϊδέψει» κάποια συγκεκριμένα ακροατήρια, μπορεί να μπορεί να το κάνει αν είναι εκτός πολιτικής, αν ετοιμάζεται να επιστρέψει στην πολιτική, αν έχει ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας αλλά, σκεφτείτε αν ο πρωθυπουργός μιας χώρας ή ο υπουργός Εξωτερικών ή οποιοσδήποτε άλλος κυβερνητικός απαντούσε επί τη βάσει δημοσιευμάτων, βιαζόταν και έβγαζε έξω να τα δει όλος ο κόσμος όλα του τα «όπλα», αυτή είναι η μεγάλη μας διαφορά, εμείς απαντάμε με ουσία, με αποτέλεσμα, χαρακτηριστικό παράδειγμα: τριάντα χρόνια υπήρχε από την Τουρκία το παράνομο εκτός οποιασδήποτε λογικής διεθνούς δικαίου casus belli. Ακούσατε κάποιον άλλον; Ακούσατε κάποιον άλλον πρωθυπουργό πλην του Κυριάκου Μητσοτάκη να θέτει θέμα άρσης του casus belli; Το έθεσε σε μια στιγμή που θεωρούσε ότι είχε κάτι συγκεκριμένο να πετύχει. Όλοι θεωρούσαν ότι είναι παράνομο, όλοι το λέγανε, αλλά κανείς δεν είχε θέσει θέμα άρσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί δεν είχαν τις ίδιες προθέσεις με τον εν ενεργεία. Ποια είναι η διαφορά; Εδώ οι προθέσεις είναι κοινές. Όλοι θέλουμε το εθνικά επωφελές. Η διαφορά μας ποια είναι; Ότι εμείς έχουμε μια στρατηγική που αυτό στην πράξη είναι και αποδοτικό. Τώρα αυτό μπορεί να ενοχλεί, όμως θεωρώ ότι αντικειμενικά και με βάση και τις δημοσκοπήσεις, η αποδοχή της πολιτικής μας σε αυτά τα πεδία είναι ευρύτερη, είναι μεγαλύτερη ακόμα και της δημοσκοπικής μας αποδοχής και σε αυτό το μονοπάτι θα συνεχίσουμε, της υπεύθυνης και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.
Για την πορεία της οικονομίας και την εικόνα του πληθωρισμού
Αν είχαμε «ακρίβεια Μητσοτάκη», τότε θα μετριόταν η ακρίβεια και ο πληθωρισμός μόνο στην Ελλάδα. Αυτό συνέβαινε, δηλαδή, κρίση ελληνική, αποκλειστικά ελληνική, είχαμε τα προηγούμενα χρόνια, όταν η Ελλάδα ήταν 27η και επί των ημερών του κυρίου Τσίπρα στις 27 χώρες της Ευρώπης. Εδώ τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά και δεν χρειάζεται ούτε να κάνουμε το μαύρο άσπρο, ούτε όμως και το ανάποδο. Πράγματι, πολλοί συμπολίτες μας και όχι μόνο χαμηλά εισοδήματα και η μεσαία τάξη σε κάποια σημεία, δηλαδή παράδειγμα όσοι νοικιάζουν ένα σπίτι, αντιμετωπίζουν ένα πρωτοφανές κύμα εισαγόμενης, αλλά είναι αδιάφορο για τον κόσμο αν είναι εισαγόμενη, ακρίβειας. Δηλαδή αυτό που συμβαίνει με τα ενοίκια, αυτό που συμβαίνει σε κάποια προϊόντα είναι πάρα πολύ δύσκολο και πιεστικό, αυτή είναι μια διαπίστωση που οφείλουμε να την κάνουμε αλλά η Κυβέρνηση δεν αρκεί να μένει σε διαπιστώσεις, θεωρώ ούτε η αντιπολίτευση. Το να αντιμετωπίζεις αυτή τη διαπίστωση με το να λες «δώσε παραπάνω» χωρίς να το κοστολογήσεις, όπως κάνει η αντιπολίτευση, είναι η αιτία που φτάσαμε στο να έχουμε τόσο χαμηλά εισοδήματα στην Ελλάδα. Γιατί; γιατί από το ’80 και μετά στην Ελλάδα κυριάρχησε μια λογική, την οποία την εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ του ’80, αλλά δυστυχώς την υπηρετήσαμε κάποιες φορές και εμείς ως κόμμα, λιγότερες φορές, αλλά και εμείς κάποιες φορές, του να δίνουμε όσα παραπάνω μπορούμε, δανειζόμενοι από τα παιδιά μας, από τις επόμενες γενιές ή δίνοντας από λεφτά τα οποία δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε. Ποιο είναι το κλειδί στα μακροοικονομικά που παρουσιάσατε; Είναι δύο αριθμοί που δείχνουν τη διάθεση, την πρόθεση και τη στρατηγική της Κυβέρνησης, επενδύσεις. Οι επενδύσεις όταν αναλάβαμε την εξουσία ήταν στο 11% του ΑΕΠ, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 21% του ΑΕΠ. Έχουμε πάει στο 21; Όχι, αλλά από το 11 έχουμε πάει στο 18%. Εξαγωγές, ήτανε στο 20% του ΑΕΠ, έχουμε πάει στο 40% του ΑΕΠ και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 51% του ΑΕΠ. Γιατί τα λέω αυτά τα δύο νούμερα, «τρώγονται»; Τώρα ο κόσμος που μας βλέπει και πληρώνει ακριβό ενοίκιο και σου λέει: «Εγώ επειδή ανέβηκες εσύ σε επενδύσεις, εξαγωγές, θα πληρώσω λιγότερο ενοίκιο;», η απάντηση είναι πως όχι άμεσα, αλλά για να μπορέσουμε να παράξουμε πλούτο, να δώσουμε ακόμα παραπάνω πίσω στον κόσμο αυτά που στερήθηκε, πρέπει από κάπου να τα βρούμε αυτά τα λεφτά. Το γεγονός δηλαδή ότι δημιουργήσαμε 600.000 δουλειές με την πολιτική μας, δημιουργήθηκαν για την ακρίβεια, δεν έγινε επειδή κάποια μέρα ξύπνησε κάποιος και είπε: «Α, θα αυξήσω τις θέσεις εργασίας στην επιχείρησή μου», είναι γιατί οι επενδύσεις αυξήθηκαν, ανέβηκαν, οι εξαγωγές αυξήθηκαν, ανέβηκαν και σε ποσοστό και στην πράξη και έτσι παράγεται ένας πλούτος στην Ελλάδα που χρειάζεται να παραχθεί και άλλος, κάποιοι άνθρωποι βρήκαν καλύτερη δουλειά, το κράτος εισέπραξε παραπάνω έσοδα χωρίς να αυξήσει φόρους, μειώνοντας φόρους και έτσι επέστρεψαν αυτά πίσω και επιστρέφουν στην κοινωνία. Πρέπει να δοθούν κι άλλα, εννοείται, πρέπει η μεσαία τάξη να έχει κι άλλες φοροελαφρύνσεις, πρέπει τα χαμηλά εισοδήματα να στηριχθούν περισσότερο με μόνιμα μέτρα και όχι επιδοματική πολιτική, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το «κύμα» ακρίβειας. Η διαφορά λοιπόν στη δική μου απάντηση με τις διαπιστώσεις της αντιπολίτευσης είναι ότι εγώ σας δείχνω έναν τρόπο, μπορεί αυτός ο τρόπος να μην είναι μαγική συνταγή, δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, αλλά έχει αρχή, μέση και τέλος και με ταπεινότητα το λέω στον κόσμο ότι είναι και ο μόνος τρόπος να διαχειριστούμε με την καλύτερη δυνατή συνθήκη αυτή την πρωτοφανή, το ξαναλέω, κατάσταση αύξησης των τιμών, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη.
Για τις φοροελαφρύνσεις
Καταρχάς, βλέπουμε ήδη. Δηλαδή, ένας από τους λόγους που έχουν βελτιωθεί οι δείκτες, ένας από τους λόγους που η Ελλάδα έχει διπλάσια ανάπτυξη από ό,τι η Ευρώπη -είναι στο 2% η Ελλάδα, κάτω από το 1% ο ευρωπαϊκός μέσος όρος- είναι και οι φοροελαφρύνσεις που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός στην προηγούμενη ΔΕΘ και εφαρμόστηκαν από 01/01/26. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ένας μισθωτός, ένας συνταξιούχος, ένας ελεύθερος επαγγελματίας είχε φόρο 29% το 2019 και τώρα έχει 20% αν δεν έχει παιδί, 18% αν έχει ένα παιδί, 16% αν έχει δύο παιδιά και 9% αν είναι τρίτεκνος. Αν είναι νέος 0 ή πολύτεκνος και αν είναι νέος μέχρι 30 ετών 9%. Αυτή η μείωση φόρου, καταρχάς, κοστολογήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τα παραπάνω έσοδα. Και είναι μια αύξηση εισοδήματος. Δεν αρκεί. Για αυτό και θέλουμε τα παραπάνω λεφτά που θα έχουμε για το 2027, είναι ήδη 1 δισ., ίσως είναι και παραπάνω, να δούμε, μακάρι να είναι παραπάνω τα διαθέσιμα, υπάρχουν και ευρωπαϊκοί κανόνες, να δοθούν πάλι σε επίπεδο φοροελαφρύνσεων με έμφαση στις επιχειρήσεις και ειδικά τις μικρομεσαίες. Γιατί θέλουμε να συνεχίσει αυτή η αναπτυξιακή δυναμική της χώρας για να μειωθεί το χάσμα, που ακόμη υπάρχει μισθολογικά, με την Ευρώπη.
Για την συλλογική σύμβαση εργασίας για τους δημοσιογράφους που εργάζονται στον δημόσιο τομέα και για το νομοσχέδιο για την αδειοδότηση των καναλιών περιφερειακής εμβέλειας
Αναφέρεται στις συλλογικές συμβάσεις των δημοσιογράφων και των εργαζόμενων, στο δημόσιο, στα δημόσια Μέσα Ενημέρωσης, δηλαδή και την ΕΡΤ και το ΑΠΕ. Καταφέραμε και τις προηγούμενες φορές, θεωρώ ότι θα καταφέρουμε και τώρα, είμαστε σε τελικές συζητήσεις και με το Υπουργείο Οικονομικών, να έχουμε μια ακόμη καλύτερη συλλογική σύμβαση εργασίας. Και θέλω εδώ να ευχαριστήσω και τους εργαζόμενους στην ΕΡΤ και στο ΑΠΕ, αλλά και τις διοικήσεις, για τη συνεργασία και όχι μόνο για τη συλλογική σύμβαση εργασίας, που αναμένεται να υπογραφεί ελπίζω το συντομότερο δυνατό, αλλά και για τα νομοσχέδια τα οποία ψηφίστηκαν στη Βουλή. Η συνεισφορά των Ενώσεων, και των δημοσιογραφικών Ενώσεων, ήταν καταλυτική. Κυρία Δούκα, κ. Παπαχλιμίντζο, όταν τον Ιανουάριο του 2024, λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου ως Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, ανέλαβα και το χαρτοφυλάκιο των ΜΜΕ, του Τύπου και των ΜΜΕ, συνειδητοποίησα ότι παρέλαβα εκκρεμότητες ίσως και 30 ετών. Δηλαδή, το νομοσχέδιο που ψηφίζουμε την Πέμπτη, πρώτα ο Θεός, και ελπίζω με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση -υπάρχει κλίμα συναίνεσης σε αυτό για τα περιφερειακά ΜΜΕ. Μιλάμε για μια εκκρεμότητα 28 ετών. Για 28 χρόνια όλοι οι συνάδελφοι σας, οι δημοσιογράφοι, οι τεχνικοί, οι κάμεραμεν, όλοι, δουλεύουν σε κανάλια τα οποία έχουν μια προσωρινή άδεια και, άρα, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός έλεγχος. Αντίστοιχα, η ΕΡΤ είχε να δει νομοσχέδιο 13 χρόνια. Οι εργαζόμενοί της είχαν να δουν μια έμπρακτη αναγνώριση του κόπου τους, αυτό το οποίο τώρα δίνεται πίσω όταν υπάρχει πλεόνασμα και κριτήρια και δόθηκε ήδη, πάνω από 15 χρόνια. Όλα αυτά, οι εφημερίδες, τα sites, τα μητρώα, όλα αυτά μπαίνουν σε τάξη. Και κάθε ευρώ των ανθρώπων που μας βλέπει, είτε πηγαίνει σε μια διαφήμιση σε ένα site, είτε πηγαίνει σε μια εφημερίδα, περνάει από το φίλτρο της αξιοκρατικής αξιολόγησης. Όχι μιας αξιολόγησης από έναν Υπουργό. Παράδειγμα τα περιφερειακά κανάλια θα τα αξιολογεί το ΕΣΡ. Παίρνουμε, δηλαδή, την αρμοδιότητα από το Κράτος, όπως έκαναν άλλες Κυβερνήσεις και άλλοι Υπουργοί -ήταν εδώ πριν ο κ. Παππάς. Βέβαια, δεν ήταν νόμος Παππά, ήταν νόμος Τσίπρα, έτσι; Γιατί το ανάθεμα το πετάμε πολύ εύκολα σε έναν Υπουργό. Εμείς το παίρνουμε αυτό και το πάμε στο ΕΣΡ.
Για τον Α. Τσίπρα και το αν η ΝΔ επιλέγει αντίπαλο για τις εκλογές του 2027
Αν πάμε στις εκλογές του 2027, επιλέγοντας αντίπαλο, τις έχουμε χάσει από τα αποδυτήρια. Ο δικός μας κόσμος, όχι οι φανατικοί οι Νεοδημοκράτες οι οποίοι δίνουν μάχες στην πρώτη γραμμή, αυτοί οι οποίοι είναι συνειδητοποιημένοι, ακόμη και απλοί ψηφοφόροι οι οποίοι το σκέφτονται. Αν δουν από εμάς μετά από επτά χρόνια να χαμηλώνουμε τον πήχη και να θέλουμε να συνδεθούμε με έναν Πρωθυπουργό που τον έκρινε η κοινωνία, τον έκριναν οι ψηφοφόροι και ως Πρωθυπουργό και ως αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και όχι να αναμετρηθούμε με τα πραγματικά προβλήματα που ακόμα υπάρχουν, τότε «κούνια που μας κούναγε». Αλλά θα σας πω κάτι: περίμενα εδώ σε μία καρέκλα και έβλεπα τον κ. Παππά. Με τον κ. Παππά ιδεολογικά, πολιτικά, ακόμα και ο τρόπος που νομοθετώ εγώ και νομοθετούσε εκείνος, μας χωρίζει η άβυσσος. Δημοκρατία έχουμε, ο καθένας επιλέγει τον δρόμο του όταν ασκεί τα καθήκοντά του. Ούτως ή άλλως, είμαστε εξαιρετικά προσωρινοί από αυτές τις θέσεις. Περίμενα εδώ κι έβλεπα τον κ. Παππά. Αλλά σκεφτόμουν το εξής: Ο κ. Παππάς βρέθηκε σε δύσκολο σημείο πολλές φορές, ήταν στενός συνεργάτης του πρώην Πρωθυπουργού, νομοθέτησε με έναν τρόπο που στη συνέχεια υπήρχε ζήτημα, βρέθηκε ακόμα και κατηγορούμενος και καταδικάστηκε. Κάθε κίνηση του κ. Παππά, φαντάζομαι δεν ξύπναγε και ένα πρωί ο κ. Παππάς – και όπου Παππάς, βάλτε Βαρουφάκης, Κωνσταντοπούλου, Φάμελλος, όλοι αυτοί οι οποίοι, θα το ξαναλέω, όχι μόνο φίλοι μας δεν είναι. Όλοι αυτοί έπαιρναν από κάποιον εντολές. Τους επέλεξε ένας άνθρωπος, την κυρία Κωνσταντοπούλου, πρόεδρο Βουλής, δεν την έκαναν με ΑΣΕΠ, την επέλεξε ο κ. Τσίπρας, τον κ. Βαρουφάκη, όπως βλέπουμε και από το ντοκιμαντέρ όλα αυτά, τον επέλεξε ο κ. Τσίπρας. Το κοινό σε όλους αυτούς είναι ένα όνομα: Αλέξης Τσίπρας. Κάποιοι από τις πολιτικές που εφάρμοσαν, λόγω Τσίπρα, βρέθηκαν και κατηγορούμενοι και καταδικάστηκαν. Κάποιοι άλλοι ψήφισαν ποινικούς κώδικες που αποφυλάκιζαν τον έναν μετά τον άλλον τους βαρυποινίτες. Και δεν είναι μόνο, λέμε «νόμος Παρασκευόπουλου», νόμος Τσίπρα είναι, νόμος κυβέρνησης Τσίπρα. Δεν είναι μόνο ποινικός κώδικας του οποιουδήποτε υπουργού, είναι ο ποινικός κώδικας του ’19. Όλοι αυτοί ξαφνικά «πετάχτηκαν σαν την τρίχα από το ζυμάρι». Είναι φοβερό αυτό. Και είναι, όντως, φοβερό να το αναδείξουμε και είναι και ένα μάθημα για την πολιτική. Ο κ. Τσίπρας έκανε rebranding, έκανε ένα καινούργιο κόμμα, δεν μίλησε ποτέ για όλα αυτά και οι άνθρωποι αυτοί κάθονται και τον κοιτάνε.
Νομίζω ότι η απάντηση που έδωσε στο συνάδελφό σας στον κ. Χατζηνικολάου, ότι θα έπρεπε να κλείσει τις τράπεζες από την πρώτη ημέρα, είναι δεικτική του τι μας περιμένει. Το ξαναλέω: Δεν θεωρώ ότι πρέπει να επιλέξουμε τον αντίπαλο …
Ο κ. Τσίπρας. Ότι έπρεπε να είχε κλείσει τις τράπεζες από την πρώτη μέρα. Όχι απλά δεν έχει κάνει αυτοκριτική, αλλά λέει το αντίθετο…Εγώ σας λέω: Εγώ το εντοπίζω κυρίως στο ηθικό κομμάτι. Γιατί για μένα αυτό είναι και ένα μάθημα γι’ αυτούς που μας βλέπουν, γιατί, εντάξει, πίσω από τις πολιτικές, που τις είδαμε τις πολιτικές, πίσω από τις επιλογές – πρόγραμμα δεν έχουμε δει ακόμα – κρύβονται και άνθρωποι. Και αυτό δείχνει πολλά για το ποιόν των ανθρώπων.
Για την παραίτηση Ε. Μπακογιάννη
Με βάση τα δεδομένα, τα οποία έχουμε, τουλάχιστον όσα γνωρίζω, δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος υπέβαλε μία παραίτηση, που οι λόγοι της παραίτησης, τους οποίους ανέφερε, είναι και οι πραγματικοί λόγοι, προσωπικοί λόγοι. Είναι σαφής η λογική του ανθρώπου. Και επειδή δεν μου αρέσει να κρύβω τα λόγια μου, τα όσα χρόνια είχα την τιμή να συνεργάζομαι με εκείνον, γιατί είναι αρκετά χρόνια – τα τελευταία χρόνια εγώ είμαι Κυβερνητικός Εκπρόσωπος – είναι ένας άνθρωπος ο οποίος προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά του με τον καλύτερο και πιο αξιοπρεπή τρόπο. Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι χρειάζεται να συνδέσουμε το όνομά του με οτιδήποτε άλλο. Ειδικά όταν δεν υπάρχουν και τέτοια δεδομένα.
Μπορείτε να δείτε τη συνέντευξη στο σύνδεσμο https://www.youtube.com/watch?v=8xy-P_6Ri-w
14










